3. ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ
Εισαγωγή
Σύμφωνα με το ν. 2817/2000 άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες θεωρούνται όσα:
Έχουν σοβαρή νοητική ανεπάρκεια ή ανωριμότητα
Έχουν ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα όρασης ή ακοής
Έχουν σοβαρά νευρολογικά ή ορθοπεδικά ελαττώματα ή προβλήματα υγείας
Έχουν προβλήματα λόγου και ομιλίας
Έχουν ειδικές δυσκολίες στη μάθηση, όπως δυσλεξία, δυσαριθμησία, δυσαναγνωσία
Έχουν σύνθετες γνωστικές και κοινωνικές δυσκολίες και όσοι παρουσιάζουν αυτισμό και άλλες διαταραχές ανάπτυξης.
Στα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες περιλαμβάνονται επίσης πρόσωπα νηπιακής, παιδικής και εφηβικής ηλικίας που δεν ανήκουν σε μία από τις προηγούμενες περιπτώσεις αλλά έχουν ανάγκη από ειδική εκπαιδευτική προσέγγιση και φροντίδα για ορισμένη περίοδο ή για ολόκληρη την περίοδο της σχολικής ζωής τους. (παράγραφοι 2 και 3, άρθρο 1)
Η ανίχνευση- αξιολόγηση των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών προσχολικής και σχολικής ηλικίας θεωρείται έγκυρη όταν τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από του φορείς είναι έγκυρα και πιστοποιημένα από το Υπουργείο Παιδείας.
Προσχολική εκπαίδευση
Ο εντοπισμός των σοβαρών εκ γενετής δυσκολιών γίνεται από γιατρούς ή άλλους φορείς πρωτοβάθμιας υγείας στα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου. Εάν κρίνεται απαραίτητο και είναι εφικτό, προτείνεται στην οικογένεια το παιδί να ενταχθεί σε πρόγραμμα πρώιμης παρέμβασης. Στην Ελλάδα ωστόσο η πρώιμη παρέμβαση δεν είναι υποχρεωτική, αν όμως η οικογένεια αποδέχεται και υπάρχει η δυνατότητα παροχής τότε μετά από λεπτομερή αξιολόγηση σχεδιάζεται το πρόγραμμα πρώιμης παρέμβασης.
Υποχρεωτική εκπαίδευση
Το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες εντοπίζονται στη διάρκεια της προσχολικής αγωγής ή των πρώτων χρόνων του δημοτικού σχολείου. Ο εντοπισμός των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών γίνεται συνήθως από τους εκπαιδευτικούς των μαθητών ή τους γονείς τους. Επίσης στην Ελλάδα προκειμένου να υπάρχει έγκαιρος εντοπισμός και πρώιμη παρέμβαση σχεδιάζεται εφαρμογή screening test το οποίο διενεργεί το ΚΔΑΥ κάθε περιοχής στην αρχή του σχολικού έτους στο μαθητικό πληθυσμό που του αντιστοιχεί, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Αφού εντοπιστεί ο μαθητής με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, παραπέμπεται στο πλησιέστερο ΚΔΑΥ, ώστε να γίνει η διάγνωση- αξιολόγηση της δυσκολίας του και να προταθεί το κατάλληλο εκπαιδευτικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να φοιτήσει . Στη συνέχεια, το ΚΔΑΥ, σε συνεργασία με τους σχολικούς συμβούλους ειδικής αγωγής και πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς του μαθητή, σχεδιάζει το Εξατομικευμένο Εκπαιδευτικό του Πρόγραμμα και φροντίζει για την εφαρμογή του και την προγραμματισμένη επαναξιολόγηση του μαθητή. Το Εξατομικευμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα συνοδεύεται και από εισήγηση για την εφαρμογή των κατάλληλων τεχνικών βοηθημάτων και για τη χρήση ανάλογου εκπαιδευτικού υλικού που θα διευκολύνει την εκπαίδευση του μαθητή. Στην οικογένεια του ατόμου με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες προσφέρεται, κάθε φορά, η απαραίτητη ενημέρωση και συμβουλευτική υποστήριξη, από τους ειδικούς που εργάζονται με το παιδί και από τους ψυχολόγους των ΚΔΑΥ.
Περίοδος μετάβασης από την εκπαίδευση στην επαγγελματική αποκατάσταση
Κατά τη διάρκεια της περιόδου της μετάβασης αξιολογείται κυρίως το πρόγραμμα μετάβασης και όχι οι ειδικές ανάγκες του μαθητή, οι οποίες έχουν ήδη αξιολογηθεί στις προηγούμενες φάσεις εκπαίδευσης.